Meanings of "top" in Turkish English Dictionary
English
Greek

Meanings of "cooking" in English-Greek Dictionary
Category English Greek
abbreviation cooking μαγείρεμα
abbreviation cooking μαγείρευμα

CONTEXT SENTENCES
He is good at cooking. Είναι καλός στο μαγείρεμα.
Tom is good at cooking. Ο Τομ είναι καλός στη μαγειρική.
What are you cooking? Τι μαγειρεύεις;
My hobby is cooking. Το χόμπι μου είναι να μαγειρεύω.
I'm not cooking. Δε μαγειρεύω.