Meanings of "top" in Turkish English Dictionary
English
Greek

Meanings of "daily" in English-Greek Dictionary
Category English Greek
auxiliary verb daily ημερήσιος
pronoun daily καθημερινά
abbreviation daily καθημερινή εφημερίδα
auxiliary verb daily καθημερινός

CONTEXT SENTENCES
Most people write about their daily life. Οι περισσότεροι άνθρωποι γράφουν για την καθημερινή τους ζωή.
I bathe daily. Κάνω μπάνιο καθημερινώς.
She plays tennis daily. Παίζει τένις κάθε μέρα.
He plays tennis daily. Παίζει τένις κάθε μέρα.