Meanings of "top" in Turkish English Dictionary
English
Greek

Meanings of "german" in English-Greek Dictionary
Category English Greek
auxiliary verb german γερμανικός
abbreviation german Γερμανός
adjective german Γερμανός
abbreviation german συγγενής εξ' αίματος

CONTEXT SENTENCES
I don't understand German. Δεν καταλαβαίνω Γερμανικά.
When did you begin learning German? Πότε άρχισες να μαθαίνεις τα Γερμανικά;
My uncle can speak German. Ο θείος μου μπορεί να μιλήσει Γερμανικά.
My uncle can speak German. Ο θείος μου μπορεί και μιλάει Γερμανικά.
Jessie spoke bad French and worse German. Η Τζέση μίλησε κακά Γαλλικά και χειρότερα Γερμανικά.