Meanings of "top" in Turkish English Dictionary

Meanings of "somebody" in English-Greek Dictionary
Category English Greek
noun somebody κάποια
noun somebody κάποιος

I find television very educating. Every time somebody turns on the set, I go into the other room and read a book. Βρίσκω την τηλεόραση πολύ εκπαιδευτική. Όποτε κάποιος την ανοίγει πάω στο διπλανό δωμάτιο και διαβάζω ένα βιβλίο.
I would like to marry somebody like her. Θα ήθελα να παντρευτώ μία σαν αυτήν.
Somebody opened the door. Κάποιος άνοιξε την πόρτα.
Somebody's coming. Κάποιος έρχεται.
Tom sold it to somebody else. O Tομ το πούλησε σε κάποιον άλλο.